Άγχος Υγείας: Γιατί πιστεύω ότι θα πάθω κάτι σοβαρό ενώ είμαι υγιής;
Ένα τσίμπημα στο χέρι, ένας πιο βαρύς χτύπος στην καρδιά, ένα μούδιασμα στο πόδι… και η λίστα με τα σωματικά συμπτώματα συνεχίζεται. Και εσύ δεν μπορείς να ηρεμήσεις γιατί παρατηρείς συνέχεια τα συμπτώματα.
Αγγίζεις το σώμα σου κάθε φορά που υπάρχει μία ενόχληση και το πιέζεις για να σταματήσει, το χαϊδεύεις, το επεκτείνεις. Κάνεις οτιδήποτε περνά από το χέρι σου γιατί θέλεις απλά να σταματήσει το σύμπτωμα.
Και αυτό εκεί, παραμένει και γίνεται δυνατότερο. Και όσο δεν φεύγει τόσο το σκέφτεσαι περισσότερο μπαίνοντας σε ένα φαύλο κύκλο που εμφανίζεται όλο και πιο συχνά.
Αυτά τα συμπτώματα εκδηλώνονται περισσότερο το βράδυ, πριν τον νυχτερινό ύπνο και αντί να ξεκουράζεσαι, που είναι αυτό που θέλεις, ανησυχείς μην τυχόν και εμφανιστούν ξανά και σου κλέψουν τον ύπνο. Οι αρνητικές σκέψεις τριγυρίζουν συνέχεια στο κεφάλι σου: «και αν έχω κάτι σοβαρό;», «για να το ψάξω στο διαδίκτυο για να δω τι έχω». Αυτό ήταν.
Μόλις μπεις στο διαδίκτυο ή στην Τεχνητή Νοημοσύνη για να μάθεις τι σημαίνουν τα συμπτώματα, έπεσες στην παγίδα. Αυτά τα ερωτήματα που θέλεις να απαντηθούν, όχι μόνο δεν βρίσκουν ανακούφιση, αλλά σε κάνουν και νιώθεις ακόμη περισσότερο αγχωμένος και φοβισμένος.
Δεν μπορείς να κοιμηθείς ενώ το θέλεις για να ηρεμήσεις και να ξεχαστείς. Αυτές οι σκέψεις όμως δεν λένε να φύγουν και σου κλέβουν τον ύπνο. Τελικά το καταφέρνουν και καταλήγεις να κοιμάσαι στις 3 και στις 4 τη νύχτα, έχοντας εξαντληθεί από τις σκέψεις και τα συμπτώματα.
Ξυπνάς και πάλι αγχώνεσαι για όποια σωματική ενόχληση παρουσιάσεις και το πρωί. Η εργασία σου και η ενασχόλησή σου με άλλα πιο σημαντικά θέματα, σε έχουν κάνει να μην τα σκέφτεσαι, ουσιαστικά όμως να μην τα παρατηρείς.
Το άγχος όμως επιστρέφει τη νύχτα με τα ίδια συμπτώματα μέχρι να ξαναξυπνήσεις και να επιστρέψεις στον ίδιο κύκλο.
Τα συμπτώματα στην υπαρξιακή συστημική θεραπεία, λειτουργούν ως καμπανάκια για να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά στην αντίληψή μας για τον εαυτό μας, τις σχέσεις και τον κόσμο μας.
Στην ψυχοθεραπεία δεν βιάζομαι να τα καταστείλω (εκτός φυσικά αν είναι τόσο δυσλειτουργικά για τον άνθρωπο που του προκαλούν εμφανή έκπτωση στη λειτουργικότητα του), αλλά θέλω να τα κάνω σύμμαχό μου. Να τα συνδέσω με τον κόσμο του, με τις σκέψεις του, με τις σχέσεις του, να δω τι έχουν να μου πουν για το πλαίσιο που τα ζει και τι δευτερογενές όφελος έχει και δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει.
Αυτό που νιώθεις ονομάζεται άγχος υγείας και σου κλέβει τη δυνατότητα να απολαύσεις τη ζωή. Μήπως όμως συμβαίνει κάτι άλλο, πιο βαθύ;
Η προσέγγιση της θεραπείας μόνο των συμπτωμάτων, με αλλαγή σκέψεων και συμπεριφοράς είναι αναγκαία για την ανακούφιση του ατόμου, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Η αυθεντική στάση ζωής και η δημιουργία νοήματος δεν δημιουργούνται με μία απλή αλλαγή σκέψεων και συνηθειών.
Τα συμπτώματα θα εμφανιστούν σε άλλο σημείο του σώματος και θα παραμείνουν ενοχλητικά. Επομένως, πρέπει να πάμε πιο βαθιά: στην πηγή που τα προκαλούν. Αυτό κάνω στην ψυχοθεραπεία.
Στον πυρήνα του άγχους υγείας βρίσκεται η υπαρξιακή αγωνία της φθοράς και του θανάτου. Όλοι ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε από τη στιγμή που θα γεννηθούμε, κανείς όμως δεν το σκέφτεται συνέχεια γιατί του προκαλεί άγχος. Η συναίσθηση ότι είμαστε τρωτοί, γεννά τρομακτικό άγχος που με διάφορους τρόπους το έχουμε καταστείλει.
Πιστεύουμε ότι έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας εφόσον είμαστε υγιείς και δεν σκεφτόμαστε το θάνατο. Τα συμπτώματα μας προκαλούν αυτή την αίσθηση αβεβαιότητας και μας θυμίζουν ότι η βιολογική μας ύπαρξη δεν μπορεί να έχει απόλυτο έλεγχο. Όταν αγγίξουμε αυτό το ζήτημα, είναι πιο εύκολο να εστιάσουμε στο σύμπτωμα και να προσπαθήσουμε να το ελέγξουμε, με όποιον τρόπο γίνεται, παρά να κοιτάξουμε κατάματα το θάνατο.
Είναι πιο εύκολο να ασχοληθεί κανείς με ένα μούδιασμα ή μία ταχυκαρδία, παρά να έρθει αντιμέτωπος με το υπαρξιακό κενό, τη μοναξιά που συνδέονται στο ανθρώπινο μυαλό με τον θάνατο.
Γιατί όμως ορισμένοι άνθρωποι μπορούν και διαχειρίζονται τέτοια συμπτώματα ενώ άλλοι άνθρωποι δυσκολεύονται και έχουν άγχος για την υγεία τους;
Η σύνδεση της εμφάνισης του συμπτώματος και του θανάτου, γίνεται αυτόματα. Είναι μία κλασική ψυχολογική αντίδραση του εγκεφάλου.
Όταν βιώνουμε ένα στρεσογόνο ερέθισμα και το θεωρούμε επικίνδυνο, το σήμα του κινδύνου έχει φτάσει στην αμυγδαλή. Η αμυγδαλή όπως γνωρίζουμε, καθορίζει ποια συγκίνηση θα επιστρατευτεί ανά πάσα στιγμή ενώ ο υποθάλαμος τη διεκπεραιώνει. Όταν η αμυγδαλή δίνει σήμα για την εκδήλωση μίας απόκρισης φόβου, ο υποθάλαμος ενεργοποιεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο αφενός αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό, την αρτηριακή πίεση και την έκκριση ορμονών του στρες και ρυθμίζει την επιθετική, ερωτική, αμυντική συμπεριφορά και τη συμπεριφορά διαφυγής. Και η δραστηριότητα του φλοιού της νήσου μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το συναίσθημα.
Στη συνέχεια, σε ένα λογικό επίπεδο, το σήμα φτάνει στον προμετωπιαίο φλοιό ο οποίος ρυθμίζει τις συγκινήσεις και την επίδρασή τους στις σκέψεις και τις μνήμες. Στην περίπτωση του άγχους, κύριο ρόλο παίζει ο ιππόκαμπος που είναι σημαντικός για την αποθήκευση αναμνήσεων από ανθρώπους, τόπους και αντικείμενα, αλλά είναι εξίσου σημαντικός και για την ανάκληση αναμνήσεων ως απόκριση σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα.
Έτσι, για παράδειγμα, όταν φοβάμαι να διασχίσω το δρόμο για να μη με πατήσει αυτοκίνητο, το σήμα του φόβου πάει στην αμυγδαλή, μετά πάει στον υποθάλαμο που αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό και σε νανοδευτερόλεπτα έχει φτάσει στον ιππόκαμπο που δίνει την εντολή ότι το ερέθισμα αυτό είναι γνωστό και έχεις, ως άνθρωπος, την ικανότητα να το διαχειριστείς, κοιτάζοντας αριστερά και δεξιά το δρόμο, όπως έχεις ανάμνηση ότι το έχεις ξανακάνει επιτυχημένα.
Επομένως, νιώθεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου και περνάς το δρόμο. Όμως γιατί αυτό δεν λειτουργεί στα συμπτώματα που λέγαμε πριν;
Το ξαφνικό ερέθισμα που προκαλεί την αυτόματη αντίδραση του άγχους, είναι ένας εξελικτικός μηχανισμός που στοχεύει στην επιβίωσή μας. Για αυτό και το σήμα πάει πρώτα στην αμυγδαλή, για να μας κινητοποιήσει να ανταποκριθούμε και να δράσουμε. Η κορτιζόλη και η αδρεναλίνη αρχίζουν να κυκλοφορούν στο αίμα μας, επομένως ο εγκέφαλος αναζητά την μέγιστη προστασία, όχι τη στατιστική πιθανότητα για να δει αν είμαστε ασφαλείς.
Μεταξύ του ερεθίσματος και της αντίδρασης, υπάρχει ένα χώρος που μας βοηθάει πολύ να τον διερευνήσουμε στην ψυχοθεραπεία. Εκεί βρίσκεται, τις περισσότερες φορές και η πηγή των συμπτωμάτων. Ο άνθρωπος που ξεκινά ψυχοθεραπεία, έρχεται γιατί δυσκολεύεται να διαχειριστεί τα συμπτώματα, όμως πίσω από αυτά υπάρχει η πηγή που τα αναβλύζει.
Αυτή είναι ένα πρόβλημα, ένα δύσκολο πρόβλημα που δεν θέλει να αγγίξει γιατί πιστεύει ότι δεν έχει την ικανότητα να το λύσει. Έχει συμβεί ένα γεγονός, ένα τραυματικό γεγονός που το έχει ζήσει και δεν θέλει να το αναλύσει. Το αφήνει και κάθεται μέσα του. Του έχει δώσει μία γωνιά στην ψυχή του και δεν το παρατηρεί.
Πιστεύει ότι δεν τον ενοχλεί, ότι δεν τον έχει επηρεάσει καθόλου και ότι θα φύγει από μόνο του, ότι και αν είναι. Σίγουρα πιστεύει ότι δεν έχει καμία σχέση με το εξωτερικό σύμπτωμα γιατί είναι κάτι που έχει συμβεί στο παρελθόν. Το γεγονός αυτό είναι τόσο βαθιά χωμένο μέσα του, που πιστεύει ότι δεν το βλέπει καν, ότι δεν τον επηρεάζει καθόλου. Αυτό όμως είναι σαν την υγρασία στον ταβάνι. Περνάς από κάτω και δεν τη βλέπεις καθημερινά. Νομίζεις ότι είναι θέμα χρώματος που θέλει απλώς βάψιμο ενώ από πίσω υπάρχει διαρροή νερού.
Αυτό το γεγονός μπορεί να έχει διάφορες μορφές: μία ξαφνική ασθένεια ενός συγγενικού προσώπου που μας κάνει και αναρωτιόμαστε για την θνητότητά μας και όσων αγαπάμε. Όσο πιο κοντά μας είναι αυτό το πρόσωπο, τόσο πιο δύσκολο μας είναι.
Μία άλλη μορφή είναι η παρουσία μας, στο θάνατο ενός δικού μας ανθρώπου είτε ήμασταν παρόντες τη στιγμή που έγινε είτε ακούσαμε την είδηση και βρεθήκαμε στην κηδεία του. Αυτά τα ζητήματα, μας φέρνουν κοντά στο θάνατο και δεν είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε την αβεβαιότητα της ύπαρξής μας.
Μία εσωτερική σύγκρουση μεταξύ «πρέπει και θέλω» μπορεί να υπάρχει εκεί για χρόνια αλλά ο άνθρωπος δεν κάνει κάτι για να την επιλύσει. Η υποστήριξη του αυθεντικού εαυτού είναι δύσκολη και έχει κόστος να μιλήσει κανείς για αυτό που επιθυμεί, για να βρει τον εαυτό του.
Οπότε τι κάνει; Επιλέγει να την καλύψει με διάφορα τεχνάσματα και διεξόδους για να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στον εαυτό του και την ψευδαίσθηση ότι είναι καλά. Αυτό λειτουργεί για κάποιο καιρό, όμως όσο δεν λύνεται η σύγκρουση, το άτομο δεν είναι καλά ψυχολογικά. Και αρχίζει να σωματοποιεί τα ψυχολογικά προβλήματα. Αρχίζει και ασχολείται με αυτά και του γίνονται εμμονή, γιατί αυτά πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει. Φτάνει στο σημείο να θέλει να πιστεύει ότι έχει κάτι σωματικό για να το αντιμετωπίσει, καθώς του είναι πιο εύκολο από το να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με το ψυχολογικό πρόβλημα.
Άλλες φορές παίρνει τη μορφή της ανασφάλειας, όταν καλείται να φύγει από ένα πλαίσιο στο οποίο είχε ξεκάθαρο ρόλο, έναν ασφαλή ρόλο τον οποίο γνώριζε καλά πώς να «παίξει». Αυτός ο ρόλος είναι συνήθως του προστατευόμενου μέλους, που έχει συνηθίσει να έχει την ασφάλεια μέσα στο οικογενειακό σύστημα.
Η ευθύνη που συνοδεύει απαραίτητα την ενηλικίωση, προκαλεί άγχος και το νέο πλαίσιο έχει προκλήσεις. Αρχίζουν τα συμπτώματα να κάνουν την εμφάνισή τους. Αντί το άτομο να ασχοληθεί με την υπέρβαση του ρόλου, να αποδεχθεί την ενηλικίωση και σταδιακά να κολυμπήσει στη ζωή, παραμένει εμμονικά προσηλωμένο στα συμπτώματα που τον καθηλώνουν στο να ασχολείται με την υγεία του και όχι με τη σημαντική μετάβαση της ζωής του.
Η μη αποδοχή του θανάτου είναι επίσης ένα θέμα που προκαλεί ένα χρόνιο άγχος υγείας. Ένας κοντινός άνθρωπος που έχει πεθάνει και δεν έχει πενθηθεί. Δεν έχει κλαφθεί, δεν έχει στεναχωρηθεί ο άνθρωπος που έφυγε ο δικός του άνθρωπος, προσποιείται ότι δεν τον αγγίζει ο θάνατος του.
Κι όμως, ένα κομμάτι μέσα του ζητά λύτρωση και του «λέει» μέσα από το σύμπτωμα ότι πρέπει να το αποδεχθεί για να ηρεμήσει. Το πένθος είναι απαραίτητο μέσα στη ζωή για να επέλθει ισορροπία στη βιοψυχοκοινωνική μας διάσταση.
Τα παραπάνω παραδείγματα, είναι μερικά από τα κλινικά θέματα που έρχονται στην ψυχοθεραπεία με άγχος υγείας και τα δουλεύουμε προσεκτικά και με υπομονή.
Αν τα συμπτώματα δεν είναι δυσλειτουργικά, τα αφήνουμε να υπάρχουν και δουλεύουμε αυτό που έχει νόημα. Τι βρίσκεται πίσω από αυτά.
Όταν ο άνθρωπος κατανοήσει ότι δεν πρόκειται να πεθάνει και πως τα συμπτώματα έχουν ψυχολογική βάση, συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται σε μία ασφαλή θεραπευτική σχέση και έχει τη δυνατότητα να τα διαχειριστεί.
Και τότε, όχι με ένα μαγικό τρόπο αλλά μέσα από μια βαθιά πράξη αυτογνωσίας και υπαρξιακής ευθύνης, τα συμπτώματα παύουν να είναι απειλητικά και σταδιακά υποχωρούν. Ανοίγουν χώρο για την ψυχολογική θεραπεία. Ανοίγουν χώρο για μία ζωή ατελή, θνητή αλλά απολαυστικά αυθεντική και ελεύθερη.